Τι να κάνετε όταν δεν έχετε διάθεση να κάνετε τίποτα;

Νιώστε καλύτερα σήμερα!

Πάρτε τον έλεγχο της ζωής σας, όπως και οι 850.000 ευτυχισμένοι πελάτες μας.

Ξεκινήστε

Ο ρυθμός της καθημερινής ζωής, οι αυξανόμενες υποχρεώσεις και οι διαρκώς υψηλές προσδοκίες μπορούν κάποιες φορές να επιβαρύνουν τους συναισθηματικούς και σωματικούς πόρους ενός ατόμου. Ως φυσικό επακόλουθο αυτής της κατάστασης, το άτομο μπορεί να εισέλθει σε μια φάση κατά την οποία δεν έχει διάθεση να κάνει τίποτα. Αυτό το συναίσθημα, που συχνά εκλαμβάνεται ως απλή τεμπελιά, στην πραγματικότητα μπορεί να αντικατοπτρίζει βαθύτερες ψυχολογικές διεργασίες, όπως η έλλειψη κινήτρου, η ψυχική κόπωση ή η κατάθλιψη. Γι’ αυτόν τον λόγο, η σωστή κατανόηση των αιτιών πίσω από το «δεν θέλω να κάνω τίποτα» και των πιθανών υποκείμενων παραγόντων είναι ιδιαίτερα σημαντική για τη διατήρηση της ψυχικής ισορροπίας.

Γιατί μειώνεται το κίνητρο;

Το κίνητρο είναι η εσωτερική ενέργεια που βοηθά ένα άτομο να κινηθεί προς έναν στόχο, να διατηρήσει την προσπάθειά του και να αντέξει τις δυσκολίες. Όταν αυτή η ενέργεια μειώνεται ή δεν λειτουργεί σωστά, εμφανίζεται έλλειψη κινήτρου. Με απλά λόγια, σκέψεις όπως «δεν αξίζει να ξεκινήσω» ή «δεν μπορώ να τα καταφέρω» κυριαρχούν, και το άτομο δυσκολεύεται να μετατρέψει αυτά που θέλει να κάνει σε πράξη.

Η έλλειψη κινήτρου μπορεί να σχετίζεται με δυσλειτουργίες στο σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Η μείωση της ντοπαμίνης, για παράδειγμα, μπορεί να περιορίσει την αίσθηση προσμονής ανταμοιβής και να αποδυναμώσει τη διάθεση για δράση. Στην κλινική ψυχολογία, η μειωμένη κινητοποίηση παρατηρείται ως σύμπτωμα σε πολλές ψυχικές διαταραχές, ιδιαίτερα στην κατάθλιψη.1

Δεν υπάρχει μία και μοναδική αιτία πίσω από την έλλειψη κινήτρου· διάφοροι παράγοντες μπορούν να συμβάλλουν σε αυτή την κατάσταση:2

  • Κόπωση / Burnout: Το συνεχές άγχος και η πίεση εξαντλούν το κίνητρο. Όταν οι ανάγκες του σώματος και του νου για ξεκούραση αγνοούνται, το άτομο χάνει σταδιακά τις αντοχές του.
  • Αβεβαιότητα / Έλλειψη στόχων: Όταν κάποιος δεν γνωρίζει τι θέλει να επιδιώξει ή δεν έχει ξεκάθαρους στόχους, το κίνητρο μειώνεται. Η ασάφεια δυσκολεύει την ανάληψη δράσης.
  • Φόβος αποτυχίας και τελειομανία: Πεποιθήσεις όπως «δεν είμαι αρκετά καλός/ή» ή «αν κάνω λάθος, όλα θα καταστραφούν» εμποδίζουν την προσπάθεια. Αυτού του είδους οι σκέψεις δημιουργούν πίεση και μπλοκάρουν το κίνητρο.
  • Σωματικοί / παράγοντες υγείας: Ορμονικές διαταραχές, προβλήματα ύπνου, διατροφικές ελλείψεις ή χρόνιες ασθένειες μπορούν να επηρεάσουν άμεσα και αρνητικά το κίνητρο.
  • Κύκλοι συνηθειών και αναβλητικότητα: Η συνεχής αναβολή και η μεταφορά των υποχρεώσεων στο μέλλον ενισχύουν την ψυχική αντίσταση· κάθε εργασία που καθυστερεί μετατρέπεται σε βάρος για το κίνητρο.

Η απάθεια ως σύμπτωμα της κατάθλιψης

Η κατάσταση του «δεν θέλω να κάνω τίποτα» δεν σχετίζεται μόνο με την έλλειψη κινήτρου, αλλά μπορεί να αποτελεί και πρώιμο σημάδι κατάθλιψης. Η κατάθλιψη είναι μια διαταραχή της διάθεσης που χαρακτηρίζεται από επίμονη θλίψη, απώλεια ενέργειας, αισθήματα αναξιότητας, μειωμένο ενδιαφέρον και ευχαρίστηση, καθώς και αλλαγές στον ύπνο και την όρεξη.3 Πρόκειται για μια κατάσταση πολύ πιο σύνθετη από το απλό «νιώθω στεναχωρημένος/η». Στην κατάθλιψη, το άτομο βιώνει επιβράδυνση τόσο σε σωματικό όσο και σε νοητικό επίπεδο, κάτι που συχνά εκφράζεται ως «δεν έχω διάθεση να κάνω τίποτα».

Η απάθεια αποτελεί ένα από τα πιο συχνά συμπτώματα της κατάθλιψης. Το άτομο χάνει το ενδιαφέρον για δραστηριότητες που παλαιότερα του προκαλούσαν ευχαρίστηση (ανηδονία), ενώ ακόμη και οι πιο απλές καθημερινές πράξεις απαιτούν μεγάλη προσπάθεια.3 Συνήθεις δραστηριότητες, όπως το πρωινό ξύπνημα, η εργασία ή η προετοιμασία φαγητού, μπορεί να φαίνονται ιδιαίτερα δύσκολες. Δεν πρόκειται απλώς για τεμπελιά ή απροθυμία· οι νευροβιολογικές και γνωστικές αλλαγές που συνοδεύουν την κατάθλιψη επηρεάζουν άμεσα το σύστημα κινήτρου.

Σε συμπεριφορικό επίπεδο, η απάθεια στην κατάθλιψη μπορεί να εκδηλωθεί ως κοινωνική απόσυρση, αναβολή υποχρεώσεων, μειωμένο ενδιαφέρον για δραστηριότητες και γενικότερη παθητικότητα. Το άτομο δυσκολεύεται να αλληλεπιδράσει με το περιβάλλον του και τείνει να απομονώνεται. Επομένως, η απάθεια δεν αποτελεί απλώς «έλλειψη κινήτρου», αλλά ένα από τα βασικά ενδείκτες της κατάθλιψης.

Αυτά τα καταθλιπτικά συμπτώματα συνήθως διαρκούν περισσότερο από δύο εβδομάδες και επηρεάζουν τη λειτουργικότητα της καθημερινής ζωής. Γι’ αυτόν τον λόγο, όταν η κατάσταση του «δεν θέλω να κάνω τίποτα» επιμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνιστάται η αξιολόγηση από ειδικό. Η κλινική εκτίμηση, τα ψυχολογικά τεστ και η παρακολούθηση των συμπτωμάτων βοηθούν στη διαγνωστική διαδικασία. Ένα άτομο μπορεί να αποκτήσει μια πρώτη εικόνα της ψυχικής του κατάστασης μέσω ενός επιστημονικά σχεδιασμένου τεστ κατάθλιψης. Δες το επίπεδο των καταθλιπτικών σου συμπτωμάτων με το Τεστ Κατάθλιψης!

Η έγκαιρη αναγνώριση είναι καθοριστικής σημασίας για την αποτελεσματική διαχείριση της κατάθλιψης. Κατάλληλες θεραπευτικές προσεγγίσεις (γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία, θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης, ψυχοδυναμική θεραπεία κ.ά.), καθώς και φαρμακευτική αγωγή όπου κρίνεται απαραίτητο, μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση της απάθειας και της αίσθησης απελπισίας. Εάν αυτή η κατάσταση επιμένει, η συμβουλή ενός ειδικού ψυχολόγου για επαγγελματική αξιολόγηση είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Η διαφορά μεταξύ απώλειας κινήτρου και κατάθλιψης

Η απώλεια κινήτρου και η κατάθλιψη συχνά συγχέονται, ωστόσο πρόκειται για καταστάσεις που διαφέρουν ως προς τη φύση και το βάθος τους. Και στις δύο περιπτώσεις παρατηρούνται η απάθεια, η χαμηλή ενέργεια και η δυσκολία ανάληψης δράσης· όμως η διάρκεια, η ένταση και ο βαθμός επίδρασης στην καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου είναι αυτά που κάνουν τη διαφορά.

1. Εννοιολογικές διαφορές

Η απώλεια κινήτρου συνήθως προκύπτει από στρες, κόπωση, επαγγελματική εξουθένωση (burnout), δυσαρέσκεια ή παροδική συναισθηματική επιβάρυνση. Σε αυτή την περίπτωση, το άτομο βιώνει μια προσωρινή αδιαφορία για τις ενέργειες που θέλει να κάνει· ωστόσο, η αποκατάσταση είναι εφικτή με την κατάλληλη ξεκούραση, αλλαγές στον τρόπο ζωής ή βραχυπρόθεσμη ψυχολογική υποστήριξη.

Η κατάθλιψη, από την άλλη πλευρά, αποτελεί κλινική διαταραχή της διάθεσης και δεν περιορίζεται μόνο στην απάθεια. Το άτομο βιώνει μια επίμονη κατάσταση θλίψης, απελπισίας, αισθημάτων αναξιότητας, αδυναμία να αντλήσει ευχαρίστηση από δραστηριότητες (ανηδονία), δυσκολία συγκέντρωσης, καθώς και αλλαγές στον ύπνο και την όρεξη. Τα συμπτώματα αυτά συνήθως διαρκούν τουλάχιστον δύο εβδομάδες και επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργικότητα στην καθημερινή ζωή.4

2. Συναισθηματικές και Γνωστικές Διαφορές

Στην απώλεια κινήτρου, το άτομο συνήθως γνωρίζει τι δεν μπορεί να κάνει και έχει επίγνωση αυτής της κατάστασης. Περιγράφει τον εαυτό του ως «κουρασμένο», «χωρίς κίνητρο» ή «εξαντλημένο», αλλά σε εσωτερικό επίπεδο πιστεύει ότι η κατάσταση είναι προσωρινή.

Στην κατάθλιψη, το συναισθηματικό πεδίο επηρεάζεται πιο εκτεταμένα. Το άτομο βιώνει όχι μόνο απάθεια, αλλά και έντονα συναισθήματα ενοχής, αναξιότητας, απαισιοδοξίας και την αίσθηση ότι «τίποτα δεν έχει νόημα». Η σκέψη επιβραδύνεται, κυριαρχούν αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό και επικρατεί απελπισία για το μέλλον.

3. Συμπεριφορικά Συμπτώματα

Ένα άτομο που βιώνει απώλεια κινήτρου συχνά διατηρεί μερική λειτουργικότητα. Παρότι δυσκολεύεται στις καθημερινές του υποχρεώσεις, μπορεί κατά διαστήματα να ανακτήσει την παραγωγικότητά του.

Στην κατάθλιψη, παρατηρείται έντονη επιβράδυνση της συμπεριφοράς και απόσυρση. Οι κοινωνικές σχέσεις περιορίζονται, η επαγγελματική και ακαδημαϊκή απόδοση μειώνεται και ακόμη και η προσωπική φροντίδα και η αυτοφροντίδα μπορεί να διαταραχθούν.

4. Νευροβιολογικές Διαφορές

Η απώλεια κινήτρου συνδέεται συνήθως με προσωρινές αυξήσεις των ορμονών του στρες (κορτιζόλη) ή με βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις στον κύκλο της ντοπαμίνης. Στην κατάθλιψη, αυτή η κατάσταση παρατηρείται πιο συστηματικά και επίμονα. Οι ανισορροπίες στα επίπεδα της σεροτονίνης, της ντοπαμίνης και της νορεπινεφρίνης, σε συνδυασμό με δυσλειτουργίες σε δομές του εγκεφάλου (ιδιαίτερα στον προμετωπιαίο φλοιό και το λιμβικό σύστημα), επηρεάζουν τόσο τη ρύθμιση του συναισθήματος όσο και το σύστημα ανταμοιβής. Γι’ αυτόν τον λόγο, η απάθεια στην κατάθλιψη δεν μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με τη δύναμη της θέλησης· απαιτείται βιοψυχοκοινωνική παρέμβαση.5

5. Διαφορές στη Διάρκεια, την Ένταση και τη Λειτουργικότητα

Η απώλεια κινήτρου είναι συχνά βραχυπρόθεσμη (λίγες ημέρες ή εβδομάδες) και το άτομο μπορεί να ανακάμψει με την ξεκούραση και την επιστροφή στη ρουτίνα του. Η κατάθλιψη, αντίθετα, τείνει να αποκτά χρόνια πορεία· τα συμπτώματα μπορεί να διαρκέσουν εβδομάδες, μήνες ή ακόμη και χρόνια. Η σημαντικότερη διαφορά αφορά τη λειτουργικότητα: το άτομο βιώνει σοβαρή έκπτωση σε βασικούς τομείς της ζωής (εργασία, σπουδές, κοινωνικές σχέσεις, προσωπική φροντίδα).

6. Διαφορετικές Προσεγγίσεις Παρέμβασης

Η απώλεια κινήτρου συνήθως μπορεί να αντιμετωπιστεί με προσαρμογές στον τρόπο ζωής, διαχείριση του στρες, επαρκή και ποιοτικό ύπνο, καθώς και σωματική άσκηση. Η κατάθλιψη, ωστόσο, απαιτεί μια πολυδιάστατη προσέγγιση: η ψυχοθεραπεία (ιδιαίτερα η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και η θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης) εφαρμόζεται συχνά σε συνδυασμό με φαρμακευτική υποστήριξη, όταν αυτή κρίνεται απαραίτητη.

Ψυχική Κόπωση

Η ψυχική κόπωση αποτελεί μια μορφή γνωστικής εξάντλησης που προκύπτει από παρατεταμένο στρες, έντονη ροή πληροφοριών ή συνεχή πνευματική προσπάθεια. Το άτομο δυσκολεύεται να οργανώσει τη σκέψη του, να διατηρήσει την προσοχή του και να λάβει αποφάσεις.

Συμπτώματα

  • Δυσκολία συγκέντρωσης
  • Διάσπαση προσοχής
  • Δυσκολία στη λήψη αποφάσεων
  • Αμνησία / ξεχαστικότητα
  • Ευερεθιστότητα και ανυπομονησία
  • Χαμηλά επίπεδα ενέργειας και διαταραχές ύπνου

Η ψυχική κόπωση δεν υποχωρεί πάντοτε πλήρως με τη σωματική ξεκούραση. Γι’ αυτόν τον λόγο, η αύξηση του ύπνου από μόνη της συχνά δεν επαρκεί. Ασκήσεις ενσυνειδητότητας (mindfulness), περίπατοι στη φύση, περιορισμός του χρόνου μπροστά σε οθόνες και προγραμματισμένα διαλείμματα υποστηρίζουν τη διαδικασία ψυχικής αποκατάστασης.

Γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν όρεξη να κάνουν τίποτα;

Αυτό το συναίσθημα συνήθως δεν προκύπτει από μία μόνο αιτία· εμφανίζεται ως αποτέλεσμα του συνδυασμού ψυχολογικών, σωματικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

  • Ψυχολογικοί παράγοντες: Παρατεταμένο στρες, άγχος, αισθήματα αναξιότητας ή συναισθηματική πίεση μπορούν να οδηγήσουν σε απώλεια κινήτρου. Η συνεχής σκέψη «πρέπει να είμαι αρκετά καλός/ή» αυξάνει την αυτοεπιβαλλόμενη πίεση και πυροδοτεί την εξουθένωση.
  • Σωματικοί παράγοντες: Ορμονικές διαταραχές, ελλείψεις βιταμινών, διαταραχές του θυρεοειδούς, αναιμία ή σύνδρομο χρόνιας κόπωσης μπορούν να προκαλέσουν χαμηλά επίπεδα σωματικής ενέργειας. Όταν αυτά συνδυάζονται με ψυχική απροθυμία, ενισχύεται το αίσθημα «δεν θέλω να κάνω τίποτα».
  • Παράγοντες τρόπου ζωής: Ακανόνιστος ύπνος, ανεπαρκής διατροφή, έλλειψη σωματικής δραστηριότητας και υπερβολική έκθεση σε ψηφιακές συσκευές αποδυναμώνουν τους μηχανισμούς ξεκούρασης του εγκεφάλου.
  • Κοινωνικοί και συναισθηματικοί παράγοντες: Η μοναξιά, η έλλειψη κοινωνικής υποστήριξης και τα προβλήματα στις σχέσεις αποτελούν επίσης σημαντικούς προσδιοριστικούς παράγοντες αυτής της κατάστασης. Η ανθρώπινη φύση έχει έμφυτη ανάγκη για σύνδεση· όταν αυτή η σύνδεση αποδυναμώνεται, μειώνεται και το εσωτερικό κίνητρο.

Η Σχέση Μεταξύ Αδυναμίας και Ψυχικής Κατάρρευσης

Η αδυναμία συνήθως ορίζεται ως σωματική κόπωση, ωστόσο συχνά αποτελεί τη σωματική έκφραση της ψυχικής εξάντλησης. Υπό παρατεταμένο στρες, το σώμα παράγει αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης· αυτό εκδηλώνεται με μυϊκή ένταση, χαμηλή ενέργεια και γενικευμένη απροθυμία. Εάν η επίμονη αδυναμία συνεχίζεται παρά τα φυσιολογικά ευρήματα στις ιατρικές εξετάσεις, θα πρέπει να εξεταστεί το ενδεχόμενο ψυχολογικής αιτιολογίας.

Είναι το «να μην κάνεις τίποτα» πάντα κάτι αρνητικό;

Η κοινωνία συχνά ταυτίζει την παραγωγικότητα και τη συνεχή δραστηριότητα με την επιτυχία. Ωστόσο, το «να μην κάνεις τίποτα» δεν είναι πάντοτε αρνητικό. Ο νους και το σώμα μερικές φορές χρειάζονται ξεκούραση, παύση και χώρο για αναδιοργάνωση.

Μια συνειδητή περίοδος ανάπαυσης ενισχύει την επίγνωση, υποστηρίζει τη δημιουργικότητα και προσφέρει ψυχική διαύγεια. Όταν όμως αυτή η διαδικασία παρατείνεται ανεξέλεγκτα και συνοδεύεται από αισθήματα ενοχής και αναξιότητας, γίνεται δυσλειτουργική και μπορεί να οδηγήσει σε ψυχική κατάρρευση.

Γι’ αυτόν τον λόγο, είναι σημαντικό να διακρίνεται η παθητικότητα από την εξουθένωση. Η ξεκούραση επιτελεί προστατευτικό ρόλο για την ψυχική υγεία, όσο συμβάλλει στην ανανέωση και

Πώς να ξεπεράσετε το αίσθημα ότι δεν θέλετε να κάνετε τίποτα;

Η υπέρβαση αυτού του συναισθήματος συχνά απαιτεί υπομονή, επίγνωση και μια δομημένη προσέγγιση.

  1. Ξεκινήστε με μικρούς στόχους. Αντί να επιδιώκετε μεγάλες αλλαγές, ο καθορισμός μικρών καθημερινών στόχων είναι πιο βιώσιμος.
  2. Δημιουργήστε ρουτίνες. Ο προγραμματισμός σταθερών δραστηριοτήτων σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας βοηθά στην αναδιοργάνωση του νου.
  3. Δώστε προσοχή στον ύπνο σας. Ο ποιοτικός ύπνος επηρεάζει άμεσα τη συναισθηματική ισορροπία.
  4. Αυξήστε τη σωματική κίνηση. Ακόμη και οι ήπιοι περίπατοι αυξάνουν την έκκριση ενδορφινών, ενισχύοντας τα επίπεδα ενέργειας και υποστηρίζοντας το κίνητρο.
  5. Εφαρμόστε τεχνικές διαχείρισης του στρες. Ασκήσεις αναπνοής, διαλογισμός και γιόγκα συμβάλλουν στη νοητική ηρεμία.
  6. Αναγνωρίστε τα συναισθήματά σας αντί να τα καταπιέζετε. Η φράση «δεν θέλω να κάνω τίποτα» συχνά αντικατοπτρίζει καταπιεσμένα συναισθήματα. Η ονομασία τους αποτελεί το πρώτο βήμα προς την αποκατάσταση.
  7. Διατηρήστε την κοινωνική επαφή. Η επικοινωνία με κοντινά σας πρόσωπα μειώνει το αίσθημα μοναξιάς και προσφέρει εσωτερική υποστήριξη.

Στρατηγικές για να κινητοποιηθείτε σε περιόδους απάθειας

Κατά τη διάρκεια περιόδων απάθειας, η σκέψη «δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω» είναι πολύ συχνή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ορισμένες συμπεριφορικές στρατηγικές μπορούν να βοηθήσουν να κινηθείς, χωρίς να πιέζεις υπερβολικά τον εαυτό σου. Κάνε τώρα το τεστ κατάθλιψης της Hiwell!

  • Χώρισε τις εργασίες σε μικρά, διαχειρίσιμα βήματα.
  • Δράσε με βάση τις προτεραιότητες.
  • Εφάρμοσε χρονικά όρια (π.χ. 20 λεπτά συγκεντρωμένης εργασίας).
  • Απλοποίησε το περιβάλλον εργασίας σου.
  • Κάνε διαλείμματα όταν το χρειάζεσαι.
  • Επίτρεψε στον εαυτό σου να προχωρά χωρίς κριτική.

Καταστάσεις που απαιτούν επαγγελματική υποστήριξη

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η προσωπική προσπάθεια μπορεί να μην είναι αρκετή και η επαγγελματική υποστήριξη να αποτελεί το πιο κατάλληλο επόμενο βήμα. Συνιστάται η συμβουλή ειδικού όταν παρατηρούνται τα εξής:

  • Συμπτώματα που διαρκούν περισσότερο από δύο εβδομάδες
  • Σημαντική μείωση της καθημερινής λειτουργικότητας
  • Αλλαγές στον ύπνο και την όρεξη
  • Έντονα αισθήματα ενοχής ή αναξιότητας
  • Εμφάνιση σκέψεων γύρω από τον θάνατο ή την αυτοκτονία
  • Επιδείνωση των κοινωνικών σχέσεων και της εργασιακής απόδοσης

Η υποστήριξη από έναν επαγγελματία σε αυτές τις περιπτώσεις δεν βοηθά μόνο στην ανακούφιση των συμπτωμάτων, αλλά και στην κατανόηση των βαθύτερων αιτιών που τα προκαλούν.

Συμπέρασμα

Συμπερασματικά, η κατάσταση του «δεν θέλω να κάνω τίποτα» είναι συχνή μέσα στον έντονο ρυθμό της σύγχρονης ζωής. Όταν είναι παροδική, αποτελεί ένα φυσιολογικό σημάδι της ανάγκης για ξεκούραση· όταν όμως επιμένει, μπορεί να υποδηλώνει έλλειψη κινήτρου, ψυχική κόπωση ή κατάθλιψη.

Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, η επίγνωση των συναισθημάτων, η σταδιακή πρόοδος και η αναζήτηση επαγγελματικής υποστήριξης από έμπειρους ψυχολόγους, όταν χρειάζεται, είναι καθοριστικής σημασίας για τη βιώσιμη ψυχική αποκατάσταση. Η αυτοσυμπόνια, η αποδοχή των διαλειμμάτων και η πορεία με ρεαλιστικούς στόχους αποτελούν τους πιο αποτελεσματικούς τρόπους για την αποκατάσταση της ισορροπίας.

Δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζεις τις δυσκολίες σου μόνος/μόνη. Ξεκίνα σήμερα το θεραπευτικό σου ταξίδι γνωρίζοντας τον/την θεραπευτή/θεραπεύτριά σου στη Hiwell.

Βιβλιογραφικές Αναφορές

    1. 1. Simpson, E. H., & Balsam, P. D. (2015). The behavioral neuroscience of motivation: an overview of concepts, measures, and translational applications. Behavioral neuroscience of motivation, 1-12.
    2. 2. Brown, L. V. (2007). Psychology of motivation. Nova Publishers.
    3. 3. Brown, G. W., & Harris, T. O. (1989). Depression. New York: Guilford.
    4. 4. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.). https://doi.org/10.1176/appi.books.9780890425596.
    5. 5. Nestler, E. J., Barrot, M., DiLeone, R. J., Eisch, A. J., Gold, S. J., & Monteggia, L. M. (2002). Neurobiology of depression. Neuron, 34(1), 13-25.
*Τα άρθρα στον ιστότοπό μας δεν παρέχουν ιατρικές συμβουλές και είναι μόνο για ενημερωτικούς σκοπούς. Μια διαταραχή δεν μπορεί να διαγνωστεί με βάση ένα άρθρο. Μια διαταραχή μπορεί να διαγνωστεί μόνο από ψυχίατρο.

Νιώστε καλύτερα σήμερα!

Πάρτε τον έλεγχο της ζωής σας, όπως και οι 850.000 ευτυχισμένοι πελάτες μας.

Ξεκινήστε